Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Όταν η Φλέρυ Νταντωνάκη τραγούδησε στο Woodstock




Ήταν Παρασκευή, Δεκαπενταύγουστος του 1969 Η Φλέρυ φοβόταν τα ελικόπτερα, την καθησύχασε όμως ο Αμερικανός φίλος της, κολλητός του διοργανωτή Michael Lang, όταν της είπε ότι η Janis Joplin και η Melanie επέλεξαν το ίδιο μέσο μεταφοράς τους στο φεστιβάλ. “Αυτές, αγαπημένε μου, τις ξέρουν όλοι”, έκανε στον John – έτσι ονομαζόταν ο φίλος της – “ποιος θα δώσει σημασία σε μια Ελληνίδα τραγουδίστρια;” Κι αυτός τη συμβούλεψε να μην το σκέφτεται, διότι είχε κι εκείνη ήδη ένα δίσκο στο ενεργητικό της, βγαλμένο μάλιστα στη Vanguard, την εταιρεία που είχε δισκογραφήσει η Joan Baez. Το ημερολόγιο έδειχνε Παρασκευή 15 Αυγούστου του 1969 και η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα όταν το ελικόπτερο με τη Φλέρυ Παπαδαντωνάκη μέσα (ακόμη δεν λεγόταν Νταντωνάκη), προσγειώθηκε σε μια αυτοσχέδια πίστα κατά μήκος της φάρμας του Max Yasgur. Έδειχνε τρομερά αμήχανη η Φλέρυ, αν και εντυπωσιασμένη από τα αμέτρητα ημίγυμνα ανθρώπινα κορμιά που βρίσκονταν παραταγμένα ακανόνιστα γύρω της, σα να ξεχύθηκαν κυριολεκτικά από κάποιον πολύχρωμο αναγεννησιακό πίνακα. “Για σκέψου, η μυρωδιά της μαριχουάνας είναι πιο έντονη κι απ’ αυτή των ινδικών sticks”, σχολίασε με νόημα στον John και γέλασαν με την καρδιά τους. Κατευθύνθηκαν αμέσως προς το περίπτερο των καλλιτεχνών δίπλα ακριβώς από τη σκηνή.Tους υποδέχτηκε η Joan Baez, η οποία ήθελε επιτέλους να γνωρίσει από κοντά την τραγουδίστρια από την Ελλάδα. Δεν τη γνώριζε τόσο από το πρώτο της άλμπουμ, όσο από το θέατρο, όταν είχε αντικαταστήσει τη Μελίνα Μερκούρη στο Ilya Darling. “Εσύ είσαι η Φλέρυ, λοιπόν;” της έκανε η Joan με ένα ζεστό χαμόγελο, το οποίο την ώθησε να απαντήσει ως εξής: “Κι εσύ είσαι η Baez, που τραγούδησες για ένα μοσχαράκι που το πήγαν στη σφαγή κι όποτε το ακούω, κλαίω”! Της προξένησε μεγάλη εντύπωση της Φλέρυς που η Baez γνώριζε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη! Τον είχε τραγουδήσει κι αυτή στο δίσκο της, το Μάνα μου και Παναγιά σε στίχους του Λειβαδίτη. «Τι ξέρεις για τη δικτατορία στη χώρα μου;» τη ρώτησε με μεγάλο ενδιαφέρον. «Ξέρω ότι μου έμαθες εσύ τις προάλλες στην εκπομπή του Merve Griffin». Πόσο χάρηκε μ’ αυτή την πληροφορία που της έδωσε η μεγαλύτερη Αμερικανίδα τραγουδοποιός! Αν και κάπου μέσα της το γνώριζε η Φλέρυ ότι θα γινόταν πολύ δημοφιλής σ’ όλους αυτούς που μάχονταν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα που τη φιλοξενούσε. Δεν ήταν και λίγο να βγει σ’ ένα από τα πιο δημοφιλή τηλεοπτικά σόου και να καταγγείλει τους Αμερικανούς ως υποκινητές της χούντας στην Ελλάδα! «Θες να παίξουμε κάτι μαζί στην κιθάρα; Σε λίγο θα βγω», της πρότεινε η Baez κι εκείνη δέχτηκε. Προσπαθούσε για την ακρίβεια να υπερνικήσει την αγοραφοβία της παρακολουθώντας πίσω από τη σκηνή πλήθη κόσμου να συρρέουν, διαλύοντας τα προστατευτικά συρματοπλέγματα της φάρμας. Η Joan έπιασε την κιθάρα της και κάθισε οκλαδόν στα πόδια της Φλέρυς, περιμένοντας την να τραγουδήσει το Donna – Donna που τόσο αγαπούσε!



Ήταν πανέμορφη η Φλέρυ εκείνη την ώρα, ατόφια Ελληνίδα, Κρητικοπούλα, με τα κορακάτα μαλλιά της πιασμένα σε δύο κοτσίδες κι ένα γαλάζιο φόρεμα, κοσμημένο με μοτίβα ελληνικής λαϊκής τέχνης. Προτού αρχίσει το τραγούδι, ένας χοντροκομμένος τύπος με μακριά σγουρά μαλλιά και γένια ήρθε στην παρέα τους. Γελούσε φανερά μαστουρωμένος και δε χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια να το αντιληφθεί κανείς, αφού κρατούσε ένα παχουλό τσιγαριλίκι!



“Θα πάρετε τζούρα;” πρότεινε στη Joan και τη Φλέρυ. Η πρώτη ανταποκρίθηκε πρόθυμα, η δεύτερη απλά έγνεψε αρνητικά το κεφάλι. Δε μπορούσε να ενταχθεί στην αμερικανική κουλτούρα των drugs με τίποτα η Φλέρυ, αδυνατούσε να συλλάβει πώς συνδύαζαν οι hippies τα επαναστατικά ιδεώδη με τη ντάγκλα! Φοβόταν, όμως, στην πραγματικότητα. Δεν είχε ξεχάσει τα λόγια εκείνου του Αμερικανού ψυχιάτρου που τη συμβούλεψε να αποφεύγει το χόρτο, καθώς σε άτομα που έχουν προδιάθεση, βγάζει στη φόρα τις ψυχώσεις τους.«Να σου συστήσω τον Jerry Garcia από τους Grateful Dead»της είπε η Baez, γλιτώνοντας την από τις δυσάρεστες σκέψεις της. «Εσύ χαμογελάς, δείχνεις καλός άνθρωπος» ήταν το μόνο που του είπε η Φλέρυ, σπάζοντας και την αμηχανία της γνωριμίας με έναν ακόμη rock σταρ. Θυμήθηκε, μα που να του εξηγούσε, όταν πριν από δύο χρόνια την τραβούσαν σε κονσέρτο των Grateful Dead και δεν τα είχε καταφέρει, λόγω υποχρεώσεων της με το θέατρο. «Δε φέρνεις κι εσύ την κιθάρα σου;» έκανε η Baez στον Garcia και μέσα σε πέντε λεπτά η Φλέρυ έβλεπε τον εαυτό της εκεί, σε μία καρέκλα, έτοιμο να τραγουδήσει, ενώ δίπλα της είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά τύποι μέσα στα χρώματα, σαν ψυχεδελικές μέλισσες.«Σου είπα ότι μου αρέσει το Donna – Donna», είπε στη Joan, «η φάση όμως με εμπνέει να πούμε ένα άλλο τραγούδι»! «No problem», απάντησε εκείνη, αν και κοίταξε την ίδια στιγμή τον Garcia στα μάτια και χαμογέλασαν. «Πιθανώς και να με κοροϊδεύουν», σκέφτηκε η Φλέρυ υπό τη μορφή εσωτερικού μονόλογου, δέσμια μιας γνήσιας καλλιτεχνικής ανασφάλειας, «αλλά εγώ θα τους τσακίσω τώρα»!Όταν άρχισε να τραγουδάει «Love is but the song we sing, and fears the way we die», ο Garcia παράτησε την κιθάρα του και σοβάρεψε, σα να ξεμαστούρωσε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η Φλέρυ συνέχισε: «You can make the mountains ring or make the angels cry» με μάτια κλειστά, σα να προσευχόταν στον Χριστό και στον Βούδα μαζί, στη θεά Κάλι και στον Κομφούκιο! «Κοίτα, διάολε, πως το τραγουδάει, σα να κολυμπάει η φωνή στις νότες» φώναξε η Baez σ’ όλους γύρω της, σπεύδοντας λίγο αργότερα να προσθέσει και τη δική της κελαριστή φωνή στο ρεφρέν: « C’ mon people now, smile on your brother, ev’ rybody get together, try to love one another right now»! Δεν είχε ανοίξει καν τα μάτια της η Φλέρυ, όταν ένας νεαρός ήρθε προς τα κει και τράβηξε σχεδόν βίαια την Baez προς τη σκηνή, αγχωμένος με το φεστιβάλ που ουσιαστικά ξεκινούσε.



Ανεβαίνοντας η Baez στο stage, συναντήθηκε με τον Tim Hardin. Φαινόταν σκνίπα. Κρατούσε ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι και απ’ τον ώμο του κρεμόταν η κιθάρα.«Πήγαινε πίσω ν’ ακούσεις αυτή την Ελληνίδα» του είπε «μας διέλυσε κανονικά σήμερα»! Κι ο Tim άφησε ένα άξεστο ρέψιμο, την αγκάλιασε και τη φίλησε πεταχτά στα χείλη, έτσι για το «good luck», που λένε. Όταν πήγε κι αυτός στο περίπτερο των καλλιτεχνών, ακολουθώντας τη συμβουλή της συναδέλφου της, η Φλέρυ δεν ήταν μόνη της με τον Jerry Garcia, αλλά συνομιλούσε με μία εντυπωσιακή κοπέλα!

Είχε κι αυτή μαύρα μαλλιά, φουντωτά, ενώ φορούσε ένα ολόλευκο ινδιάνικο ένδυμα. Ήταν η Grace Slick από τους Jefferson Airplane, μάλλον εξουθενωμένη από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο Woodstock. Διόλου τυχαίο που προηγουμένως είχε πιάσει τον Tim Hardin και του παραπονιόταν: «έπρεπε να ήσουν κι εσύ στο Monterey, αυτό ήταν φεστιβάλ», σχολιάζοντας στην ουσία πώς πολλά πράγματα είχαν αλλάξει στο χίπικο όνειρο μέσα σε δύο χρόνια, από το Καλοκαίρι της Αγάπης του ΄67 μέχρι το τριήμερο Ειρήνης & Μουσικής του ΄69! «Εσύ και οι δικοί σου φάγατε το LSD για ζαχαρωτό» πετάχτηκε η Φλέρυ, όχι φυσικά σα να την κατηγορούσε, αλλά πιο πολύ σα να της υπενθύμιζε πως βρισκόταν εκεί τη συγκεκριμένη στιγμή κι ήταν το μόνο που είχε σημασία. «Είστε περίεργοι εσείς οι Έλληνες, ιδιοσυγκρασιακοί» απάντησε στη Φλέρυ η Grace κι άρχισε να της λέει μια μικρή ιστορία, για έναν Έλληνα συνθέτη που είχε πάρει Όσκαρ, τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ουδέποτε δοκίμασε LSD, αλλά δεν είχε καλύτερο από το να γυρίζει στις συναυλίες με το βαν του συγκροτήματος. «Γνωρίζεις τον Χατζιδάκι;», ρώτησε η Φλέρυ, «τον λατρεύω και τί δε θα’ δινα για να τραγουδήσω τραγούδια του». Όταν η Grace την ενημέρωσε πώς όχι απλά τον γνωρίζει, αλλά γράφει και μια rock όπερα για τη φωνή της τον καιρό εκείνο, η Φλέρυ της είπε πώς το αξίζει, έχοντας στις αποσκευές της ένα «White Rabbit», ένα «Somebody to love», ένα ολόκληρο Σουρεαλιστικό Μαξιλάρι, απ’ αυτά που άρεσαν στον Μάνο Χατζιδάκι και στον Μίνωα Αργυράκη ν’ ακουμπούν τα κουρασμένα από τις πολλές σκέψεις κεφάλια τους. Ένας ομαδικός αλαλαγμός και ένα ασταμάτητο χειροκρότημα υπόδειξε στους πάντες πώς η Joan Baez είχε αρχίσει το πρόγραμμα της. Μα, ακόμη όχι το τραγούδι της. Η Baez προτίμησε να μιλήσει πρώτα στα πλήθη για τον γαμπρό της, τον άνδρα της αδερφής της, της Mimi Farina, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή ως κομμουνιστής. Καθώς η Φλέρυ με τον Jerry Garcia πάντα δίπλα της, την άκουγαν από το πλάι της σκηνής, σκεφτόταν πάλι εκείνη τη δημόσια δήλωση της στην αμερικανική τηλεόραση κατά της χούντας των Ελλήνων συνταγματαρχών, που τόσο είχε εκτιμήσει η Baez! Τότε ήταν που συνειδητοποίησε πώς αυτή κι εκείνη έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά, ασκώντας την κοινή τους τέχνη. «Έι, που ήσουν εσύ, Janis;» ρώτησε γελαστός ο Garcia ένα παρδαλό κορίτσι, καθώς κατευθυνόταν από το περίπτερο, πίσω από το stage, προς τη μεριά τους. Σερνόταν κυριολεκτικά, κρατούσε ένα μπουκάλι ουίσκι κι αυτή, ίδιο με του Tim Hardin, χαχανίζοντας! «Τι όμορφη φορεσιά» παρατήρησε η Φλέρυ στον Garcia για την κοπέλα που ολοένα και τους πλησίαζε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. «Janis, από δω η Φλέρυ Παπαδαντωνάκη από την Ελλάδα» και μετά «κι από δω η Janis Joplin από το Port Arthur» ήταν αρκετά εκ μέρους του Garcia για τις απαραίτητες συστάσεις. Γέλασαν όλοι, η Φλέρυ λίγο πιο συνεσταλμένα, συνειδητοποιώντας πως είχε απέναντι της τη σπουδαιότερη λευκή ερμηνεύτρια των blues. Κι ας ήταν η Janis μόνο 26 ετών, ενώ η ίδια είχε πατήσει τα 32! «Ελλάδα, είπες;» έκανε η Janis στον Jerry, σχεδόν ενοχλητικά αγενής, συνεχίζοντας το υστερικό μαστουρωμένο χάχανο της! Το διόρθωσε όμως όταν γύρισε αμέσως μετά και είπε στη Φλέρυ: «ξέρεις πως το αγαπημένο μου εστιατόριο στο Σαν Φρανσίσκο λεγόταν Piraeus, my love; Την αράζαμε τακτικά με τους Big Brother, ώσπου ένα βράδυ ήρθε αυτός ο ξενέρωτος ο Dylan, τον τράταρα joint κι αυτός αντί να πει κι ευχαριστώ, ήθελε να μου φέρει την κιθάρα στο κεφάλι»!

Ο Garcia ξεκαρδίστηκε, η Janis το ίδιο, όχι όμως κι η Φλέρυ που αφενός σεβόταν το όνομα και τις ηχογραφήσεις του αγριμιού που της μιλούσε, λάτρευε όμως και τον Bob Dylan σαν τον απόλυτο ποιητή – «Lorca της Αμερικής», τον είχε αποκαλέσει κάποτε. «Θα μας πεις και το Summertime που το σφράγισες;» ρώτησε τη Janis σα να ήθελε να την επαναφέρει στην τάξη με ευγενικό τρόπο. «Δεν παίζουμε απόψε, αύριο βγαίνω εγώ» απάντησε εκείνη και φεύγοντας κατέβασε μια γενναία ρουφηξιά από το μπουκάλι που κρατούσε. «Για την ώρα, χαρείτε τη Joan, τον Arlo και τον Richie! Η μέρα ανήκει στη folk!» φώναξε η Janis, πνίγοντας τα γέλια της και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Πόσο θα ήθελε να ανέβαινε κι η Φλέρυ στο stage εκείνη τη στιγμή. Έστω να έλεγε μία στροφή α καπέλα από το Σώπα, όπου να’ ναι θα σημάνουν οι καμπάνες του Θεοδωράκη κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε! Ή το Ω, καλή μου ξανθιά από τους Όρνιθες του Χατζιδάκι και του Αριστοφάνη. Γιατί όχι και το Donna – Donna της Joan Baez ή το Get together των Youngbloods, που τα τραγουδούσε καλά και σίγουρα θα γούσταρε το κοινό! Επιπλέον, αν υπήρχε περίπτωση να τραγουδήσει στο Woodstock, μόνο αυτή τη μέρα μπορούσε να το κάνει! Η προγραμματισμένη εμφάνιση του Ινδού βιρτουόζου του σιτάρ, Ravi Shankar, αλλά και των Incredible String Band από τη Σκωτία, φανέρωνε πως η εναρκτήρια μέρα του φεστιβάλ ανήκε όχι τόσο στη folk, όπως είχε πει λίγα λεπτά πριν η Joplin, αλλά μάλλον στους καλλιτέχνες απ’ όλες τις μεριές του πλανήτη. Κάπως έπρεπε να φτιαχτεί επί τόπου και η δική της συμμετοχή με την παρουσία του John, του ανθρώπου που την έφερε στο Bethel της Νέας Υόρκης και που έπαιζε τουλάχιστον τρία δημοφιλή ελληνικά τραγούδια στην κιθάρα του. Για την ώρα, όπως πάλι το είχε πει η Janis, χαιρόταν ν’ ακούει την Baez, κλείνοντας ξανά τα μάτια της! Να την ακούει στην ιστορία του Joe Hill που τον πυροβόλησαν στην απεργία, αλλά εκείνος στεκόταν ζωντανός, μιας και δε φτάνουν μόνο σφαίρες για να σκοτώσεις κάποιον! «Να το Γελαστό παιδί των hippies και του Woodstock» γέλασε μέσα της, βρίσκοντας έναν ακόμη λόγο για να ανέβει στη σκηνή ή τουλάχιστον να το προσπαθήσει μέσω του John, που θα μιλούσε στον Lang

Πηγή: www.lifo.gr

http://naftilos.info/?p=47929

'' Ασκητική '' του Ν. Καζαντζάκη με τον Βασίλη Βασιλάκη


Το έργο μπροστά στο οποίο φωτογραφήθηκε ο ηθοποιός Βασίλης Βασιλάκης ανήκει στον  ζωγράφο Γιώργο Ξένο. Λεπτομέρεια από το έργο του “Requiem I”.




Η Stoa Cafe Bistro Lavrio Μουσουργού Μητροπούλου 31, στο Λαύριο, παρουσιάζει την Παρασκευή 15-8-2014 στις 22:00 την παράσταση «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη με τον Βασίλη Βασιλάκη. 






Θεατρική εκδοχή της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντζάκη, σε μια επίκαιρη παράσταση!

Η «Ασκητική» είναι ένα από τα πιο εμπνευσμένα και συμπαγή κείμενα της ελληνικής γλώσσας, πολυεπίπεδο και αποκαλυπτικό, το δοκίμιο-μανιφέστο, στο οποίο ο Καζαντζάκης καταθέτει τις οδύνες και τις ελπίδες του προσωπικού του αγώνα για την ανεύρεση και την κατανόηση του Θεού, του δικού του Θεού, μεταφέρεται επί σκηνής με τη μορφή μορφή θεατρικού μονολόγου από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Βασίλη Βασιλάκη.

Μέσα στην περίεργη εποχή που διανύουμε, όπου επαναπροσδιορίζονται αξίες και αρχές του κοινωνικού μας ιστού, η αιώνια κραυγή του Ν.Καζαντζάκη φαντάζει ως η πιο επίκαιρη από ποτέ. Η μάχη του ανθρώπου με τις δυνάμεις της υλικής, πνευματικής και ηθικής φθοράς και η ανάδειξη εκείνων των ικανοτήτων και αρετών του ανθρώπου που τον ωθούν να κοιτάζει ψηλά, να μάχεται, να δημιουργεί και να ελπίζει απελπισμένα.


Ο ηθοποιός Βασίλης Βασιλάκης, απόφοιτος της σχολής του Κάρολου Κουν και δραστήριος εργάτης του θεάτρου, έχει εδώ και αρκετά χρόνια αφοσιωθεί στην πολιτιστική δράση έξω από τη θεατρική αγορά της Αθήνας. Πρόκειται για δράση πολυεπίπεδη και πολυσχιδής που περιλαμβάνει διδασκαλία υποκριτικής στη θεατρική ομάδα της Αίγινας, παιδικό θέατρο, μαριονέτες.
 Η επίμονη αναμέτρησή του με το κείμενο του Ν. Καζαντζάκη από το Φεβρουάριο του 2010, τον ώθησε να το σχηματοποιήσει σε θεατρικό μονόλογο και να τον παρουσιάσει το καλοκαίρι του 2010, σε έναν εναλλακτικό αίθριο χώρο στην Αίγινα για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, αποκομίζοντας διθυραμβικές κριτικές.

 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος: «Με ένα παλιό ποδήλατο απομακρυνόμουν από την πόλη και απάγκιαζα στις αυλές των μικρών εκκλησιών, σε ερημικές παραλίες ή στα βουνά της Αίγινας προσπαθώντας να κατανοήσω τα πυκνά σε νόημα και ανάγκη λόγια του Καζαντζάκη. Δύσκολος, φοβερός, ατέλειωτος ανήφορος».

Η «Ασκητική» παραστάθηκε από το Βασίλη Βασιλάκη με όρους απόλυτα σύγχρονους. Δομήθηκε σαν ένα έργο υπό συνεχή αλλαγή, μεταλλασσόμενο κινησιολογικά και υφολογικά, κρατώντας όμως τους στέρεους πυρήνες λόγου και υποκριτικής. Ο φωτισμός μοναδικός «βοηθός» της παράστασης παραλλάσσεται ακολουθώντας τα σκαλοπάτια ερμηνείας του κειμένου. Η μάχη του ανθρώπου με τις δυνάμεις της υλικής, πνευματικής και ηθικής φθοράς και η ανάδειξη εκείνων των ικανοτήτων και αρετών του ανθρώπου που τον ωθούν να κοιτάζει ψηλά, να μάχεται, να δημιουργεί και να ελπίζει απελπισμένα.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Βασίλης Βασιλάκης
Θεατρική Διασκευή: Ευτυχία Δρούκα
Ενδυματολόγος: Δανάη Καββαδία

Ερμηνεύει ο Βασίλης Βασιλάκης


Ο Βασίλης Βασιλάκης σπούδασε θέατρο όπου και αποφοίτησε από την Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης "Κάρολος Κουν". Συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης από το 1978 έως το 1983 και το χειμώνα του 1985. Από τότε εργάζεται στο θέατρο συνεχώς ενώ παράλληλα σπούδασε ασχολούμενος με την ζωγραφική την γλυπτική και την μουσική.
http://vvvasilakis.blogspot.gr/




Συνέντευξη του σκηνοθέτη Βασίλη Βασιλάκη στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τη θεατρική μεταφορά του έργου «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, εκδ. Καζαντζάκη http://tvxs.gr/news/politismos/o-basilis-basilakis-gia-tin-askitiki
Πώς αποφάσισες να ανεβάσεις την Ασκητική στο θέατρο;

Δεν ήταν μια καθαρά δική μου απόφαση. Έγινε μετά από παρότρυνση και την επιμονή ενός πολύ καλού φίλου μου αγιογράφου. Ο Καζαντζάκης δεν ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας από τα σχολικά μου χρόνια. Δεν τον καταλάβαινα. Όταν, όμως, ξαναδιάβασα την Ασκητική πριν τρία χρόνια, αισθάνθηκα ότι διαβάζω την βιογραφία μου. Μάλιστα ένας φίλος, ο ηθοποιός Χρήστος Χατζηπαναγιώτου, ήρθε στα καμαρίνια μόνος του πριν λίγες μέρες και μου είπε «ρε… συ Βασίλη, αυτό είναι η ζωή σου!». Είναι ένα κείμενο, που αν δεν έχει κανείς μία βιωματική σχέση, πιστεύω ότι δεν μπορεί να γίνει εύκολα θεατρική παράσταση από έναν μόνο άνθρωπο σε μονόλογο.

Ποια σκηνοθετικά στοιχεία της παράστασης συνθέτουν το δικό σου στίγμα, στην Ασκητική του Καζαντζάκη;

Δεν είχα την πολυτέλεια, λόγω του ότι αυτοσκηνοθετήθηκα, να επεξεργαστώ σκηνοθετικά στοιχεία, πέρα από αυτά που μου έδινε το ίδιο το κείμενο, δηλαδή, μια αυστηρότητα στη μορφή και στο λόγο. Οπότε βασίστηκα σε αυτά τα δύο στοιχεία του έργου του: στην αυστηρότητα της μορφής και του λόγου («Τελείωσα την ασκητική και είναι γραμμένη σε αυστηρή φόρμα» είχε πει, άλλωστε, και ο ίδιος οο Καζαντζάκης σε ένα γράμμα του στη Γαλάτεια).

Πώς επιλέχθηκαν τα συνήθη... επίπονα «κοψίματα» για την επιλογή του τελικού κειμένου;

Η διασκευή έγινε κυρίως από τη φίλη μου φιλόλογο Ευτυχία Δρούκα, η οποία, μάλιστα το διδακτορικό της το έχει κάνει πάνω στο έργο του Καζαντζάκη.
Κρατήσαμε από το κάθε κεφάλαιο της Ασκητικής, αυτά που θεωρούσαμε ότι είναι ουσιώδη.
Μετά από δύο χρόνια παραστάσεων, μπορώ να πω, ότι είναι και το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης, αν κρίνω από τις αντιδράσεις του κόσμου. Και εκείνοι που έχουν εντρυφήσει στον Καζαντζάκη αλλά και εκείνοι που δεν έχουν διαβάσει κανένα έργο του (κυρίως νέα παιδιά) έχουν εκφραστεί με ενθουσιασμό.

Γιατί πρέπει να δει κανείς αυτή την παράσταση; Και επίσης, σε φωτογραφίες, έχω δει ότι το σκηνικό είναι κατά κύριο λόγο σε άσπρο χρώμα. Γιατί έγινε αυτή η επιλογή;

Όπως αυστηρή είναι η μορφή και ο λόγος, έτσι με την ίδια αυστηρότητα χρησιμοποιείται και η σκηνογραφία και ο φωτισμός.
Στο κεφάλαιο με τίτλο «όραμα» πηγαίνω πίσω από το πανί και εμφανίζεται το είδωλό μου. Χρησιμοποιείται δηλαδή το σκηνικό και για να με ορίζει όταν είμαι μπροστά από αυτό, αλλά και για να προβάλλεται το είδωλό μου όταν πάω πίσω από αυτό. Να είναι πιο δυνατές οι σκιές και τα κοντράστ.
Τώρα γιατί κάποιος πρέπει να δει την παράσταση; Γιατί άλλο πράγμα είναι να διαβάζεις ένα κείμενο και άλλο να στο μεταφέρει κάποιος μέσα από το θέατρο…


-------------------
Πηγές από προηγούμενες θεατρικές του παραστάσεις :
http://tvxs.gr/news/politismos/o-basilis-basilakis-gia-tin-askitiki
http://www.avlaiatheatre.gr/index.php?template=more&article_id=324&category_id=71&language=gr
http://onlytheater.gr/_parastaseis_/_theatro_/5998-askitiki-tou-n-kazantzaki-me-ton-vasili-vasilaki.html
http://www.culturenow.gr/9760/athinais-salvatores-dei-askitiki-nikou-kazantzaki
http://vvvasilakis.blogspot.gr/